Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών
Θεόδωρος Βρυζάκης (1814–1878)
Η Έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί μία από τις πιο δραματικές και ηρωικές στιγμές της Ελληνική Επανάστασης του 1821, σύμβολο αυτοθυσίας και αγώνα για την ελευθερία. Τον Απρίλιο του 1826, ύστερα από πολύμηνη πολιορκία και ακραίες στερήσεις, οι πολιορκημένοι κάτοικοι επιχείρησαν τη γενναία έξοδο, προτιμώντας την ύστατη προσπάθεια από την παράδοση. Φέτος γιορτάζουμε τη συμπλήρωση 200 χρόνων από το τραγικό αυτό γεγονός. Το παρόν άρθρο έχει στόχο να υπενθυμίσει το σημαντικό ρόλο που έπαιξε το λιμάνι της Μασσαλίας στην οργάνωση και υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και να καταδείξει πώς η τραγική αυτή κορύφωση του Αγώνα, η Έξοδος του Μεσολογγίου, συγκλόνισε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το φιλελληνικό ρεύμα, στο οποίο η Μασσαλία είχε ήδη διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο
Η εορτή για την 25η Μαρτίου του Ελληνικού Σχολείου Μασσαλίας ήταν αφιερωμένη στην Ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου.
Αναμνηστική φωτογραφία : Ο πατέρας Ιγνάτιος Ομιλιάδης, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης, κ. Πέτρος Θεοδωράκης, και η καθηγήτρια κας Ιωάννα Μουσικούδη με όλους τους μαθητές
Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η γιορτή των ΤΕΓ Μασσαλίας για την Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, που φέτος ήταν αφιερωμένη στην ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου.
Οι μαθητές απήγγειλαν ποιήματα, ενώ οι μεγαλύτεροι παρουσίασαν το χρονικό της Εξόδου με ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό. Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από όμορφα τραγούδια, δημιουργώντας μια ζεστή και συγκινητική ατμόσφαιρα.
Στην σχολική εορτή παρευρέθηκαν ο Πατέρας Ιγνατίος Ομιλιάδης της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣΣΑΛΙΑΣ η κα Μαρία Κατσάρη, ναυτικός ακόλουθος της Ελλάδας στη Μασσαλία ο κ. Βασίλης Ελευθερίου Ανθυπασπιστής, οι γονείς και αρκετός κόσμος
Στο τέλος της γιορτής, προσφέρθηκε πλούσιος μπουφές, από την Ελληνική Ένωση Μασσαλίας.
Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά για την υπέροχη προσπάθεια!
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΜΑΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
Άρθρο της κας Ιωάννας Μουσικούδη, Διδάκτορος Νεοελληνικών Σπουδών και ιστορικού, στην οποία εκφράζουμε τις θερμότερες ευχαριστίες μας.
Μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα, λίγο πριν την Επανάσταση του 1821 ιδρύθηκε στη Μασσαλία μόνιμη ελληνική αποικία, παρόμοια με αυτή του Λιβόρνο, όπου οι Έλληνες είχαν ιδρύσει εκκλησία από το 1775. Το 1816 συμπίπτει με την αποφασιστική φάση της οριστικής ίδρυσης ελληνικής αποικίας στη Μασσαλία. Εκείνη τη χρονιά, δέκα ελληνικοί εμπορικοί οίκοι εγκαταστάθηκαν ταυτόχρονα στην πόλη, όπως αυτοί του Παντελέοντα Αργέντη, των αδελφών Νικόλαου και Θεόδωρου Πρασσακάκη από τη Χίο, του Θεόδωρου Όμηρου και των αδελφών Δημητρίου και Κωνσταντίνου Αμηρά από τη Σμύρνη, ή του Νικόλαου Θησέα από την Κύπρο. Μερικοί από τους έμπορους αυτούς συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1820, με σκοπό να καλέσουν έναν Αρχιμανδρίτη για την τέλεση ορθόδοξων λειτουργιών στη Μασσαλία. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους επιβεβαίωσαν την πρόθεσή τους να ιδρύσουν ορθόδοξη εκκλησία και υπέγραψαν τον πρώτο Κανονισμό, ιδρύοντας έτσι την πρώτη ελληνορθόδοξη κοινότητα της πόλης.
Οι Μασσαλιώτες, μέλη του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου και της Φιλικής Εταιρείας.
Αρκετοί Έλληνες έμποροι της Μασσαλίας ήταν μέλη αρχικά του φιλελληνικού ομίλου ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ που είχε ιδρυθεί στο Παρίσι το 1809 και κατόπιν της Φιλικής Εταιρείας. Όλα σχεδόν τα μέλη της ελληνικής κοινότητας στη Μασσαλία υποστήριξαν ενεργά τον Αγώνα των συμπατριωτών τους και πολλοί μάλιστα εγκατέλειψαν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και ήρθαν στην Ελλάδα προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες.
Μέλος της Φιλικής εταιρείας ήταν ο Αρχιμανδρίτης Μασσαλίας Αρσένιος Γιαννούκος, από τη Μονεμβασιά, που έφτασε στη Μασσαλία από το Παρίσι στις αρχές του 1821 όταν έγινε δεκτό το αίτημα των Ελλήνων εμπόρων να έρθει Αρχιμανδρίτης στην πόλη στα πλαίσια των προσπαθειών τους για ίδρυση ελληνορθόδοξης εκκλησίας. Ο Αρσένιος είχε υπηρετήσει στο στρατό του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗ και ήταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του ελληνικού Αγώνα στην Μασσαλία.
Ο Χιώτης Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτζης, στενός συνεργάτης του Αδαμάντιου Κοραή, ανέπτυξε έντονη πνευματική και εθνική δράση και αργότερα συμμετείχε στον Αγώνα και στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Ο συμπατριώτης του Εμμανουήλ Ροδοκανάκης λειτούργησε ως βασικός σύνδεσμος μεταξύ της ελληνικής παροικίας, των Φιλελλήνων και της επαναστατημένης Ελλάδας, ο Γεώργιος Ψύχας υπήρξε από τους ιδρυτές της ορθόδοξης κοινότητας και οργανωτής αποστολών εθελοντών ενώ οι αδερφοί Δημήτριος και Κωνσταντίνος Αμηράς από τη Σμύρνη, διέθεσαν μεγάλα ποσά για την ενίσχυση του Αγώνα. Θεόδωρος Πρασακάκης από τη Χίο ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βοηθούς της Επανάστασης στη Μασσαλία και ήταν παρών στο πλευρό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας.
Ο Κύπριος ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΗΣΕΑΣ ,εγκατεστημένος στη Μασσαλία από το 1815, ήταν ανιψιός του εθνομάρτυρα Αρχιεπισκόπου Κύπρου, Κυπριανού. Ήταν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες του Αγώνα στη Μασσαλία κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Ήταν ο κύριος διοργανωτής των στρατολογήσεων εθελοντών και γι’αυτό παρακολουθούνταν στενά από τις γαλλικές αρχές. Το 1820 πήγε στο Παρίσι από όπου προετοίμασε τη μεταφορά φιλελλήνων εθελοντών σε συνεργασία με τους φιλέλληνες της πρωτεύουσας. Ο Θησέας αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο, τον επίσημο αντιπρόσωπο των συμφερόντων του ελληνικού Αγώνα στη Μασσαλία. Ο Νικόλαος Θησέας, με τον αδελφό του Θεόφιλο, αναχώρησαν γύρω στον Οκτώβριο του 1821 για την επαναστατημένη Ελλάδα όπου έλαβαν ενεργό μέρος επικεφαλής Κυπρίων αγωνιστών τους οποίους συντηρούσαν με δικά τους χρήματα.
Ο Θεόδωρος Όμηρος, έμπορος από τη Σμύρνη εγκατεστημένος στη Μασσαλία από το 1816, συνδεόταν εμπορικά και οικογενειακά με τον Πέτρο Ομηρίδη Σκυλίτζη. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Επανάστασης και, λόγω των ιδεών του, τελούσε υπό διακριτική παρακολούθηση από τις γαλλικές αρχές.
Ο Δημήτριος Καπούδας, πρόξενος της Οθωμανικής Πύλης και ιδρυτικό μέλος της ορθόδοξης κοινότητας, διατηρούσε προσεκτικά μια επίσημη στάση πίστης προς την Οθωμανική διοίκηση, ενώ στην πραγματικότητα υποστήριζε διακριτικά τον ελληνικό Αγώνα, μέχρι την κατάργηση της θέσης του το 1823.
Ο Ιωάννης Μάης, αντιπρόξενος από τη Ζάκυνθο, ανέπτυξε έντονη δράση υπέρ της Επανάστασης: οργάνωνε αποστολές εθελοντών, όπλων και εφοδίων, διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και προωθούσε τον ελληνικό αγώνα στον ευρωπαϊκό Τύπο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διεθνή υποστήριξη.
Οι πρώτες αποστολές από το λιμάνι της Μασσαλίας στην εξεγερμένη Ελλάδα
Από το 1821 η Μασσαλία εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο συγκέντρωσης και αναχώρησης φιλελλήνων εθελοντών προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Πολλοί έφταναν από τη Γερμανία και την Ελβετία, συχνά χωρίς επαρκή οργάνωση ή υποστήριξη, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα τάξης και ασφάλειας στην πόλη. Παρά την επιτήρηση της γαλλικής κυβέρνησης και τους περιορισμούς στη διακίνηση πολεμοφοδίων, οι ροές εθελοντών δε σταμάτησαν.
Κατά την περίοδο 1821–1822 πραγματοποιήθηκαν αρκετές αποστολές με πλοία που μετέφεραν εθελοντές, όπλα και πυρομαχικά. Ξεχωρίζει η άφιξη και αναχώρηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το καλοκαίρι του 1821, που έδωσε ώθηση στο φιλελληνικό κίνημα. Ακολούθησαν και άλλες οργανωμένες αποστολές, ακόμη και με χρηματοδότηση ξένων υποστηρικτών, ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις μυστικών μεταφορών πολεμοφοδίων, όπως αυτή των αδελφών Καλλέργη που διέφυγαν της αστυνομικής επιτήρησης.
Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, περισσότερα από 450 άτομα πέρασαν από τη Μασσαλία για να ενισχύσουν τον ελληνικό Αγώνα, με την τελευταία σημαντική αποστολή να αναχωρεί στα τέλη του 1822
Η «εν Μασσαλία Εταιρεία υπέρ των Ελλήνων»
Οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέφευγαν στη Μασσαλία έβρισκαν αυθόρμητη συμπαράσταση όχι μόνο από τον τοπικό Τύπο αλλά και από τις αρχές καθώς και από τον πληθυσμό της πόλης. Μεταξύ των πρώτων Ελλήνων που ζήτησαν άσυλο στη Μασσαλία ήταν τριάντα Κύπριοι που κατάφεραν να εγκαταλείψουν το νησί τους δραπετεύοντας από τις σφαγές και καταφεύγοντας σε γαλλικά πλοία. Ακολούθησαν πρόσφυγες από τη Θεσσαλονίκη, όμως το μεγαλύτερο κύμα προήλθε από τη Χίο μετά τη σφαγή του Πάσχα του 1822. Με τον τρόπο αυτό, η ήδη ισχυρή παρουσία των Χιωτών στη Μασσαλία ενισχύθηκε περαιτέρω, καθώς μέλη πολλών εμπορικών οικογενειών εγκαταστάθηκαν στην πόλη, διευρύνοντας και ισχυροποιώντας την ελληνική παροικία.
Τον Μάρτιο του 1823 συγκροτήθηκε στη Μασσαλία μία επιτροπή για να βοηθήσει τους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στο λιμάνι της με τη συμμετοχή των πολλών εμπόρων της παροικίας, ενώ το 1825 ιδρύθηκε η «Φιλανθρωπική Εταιρεία υπέρ των Ελλήνων». Επικεφαλής της Φιλανθρωπικής αυτής Εταιρείας ήταν ο Nicolas Toulouzan, καθηγητής στο Collège Royal de Marseille και μέλος της Ακαδημίας Επιστημών Γραμμάτων και Τεχνών της πόλης. Στα μέλη της συμπεριλαμβάνονταν ο Πανταλέων Αργέντης, ο Θεόδωρος Όμηρος, ο Μιχαήλ Πετροκόκκινος, ο Θεόδωρος Ράκος, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος καθώς και επιφανείς Γάλλοι της Μασσαλίας.
Η Εταιρεία στήριζε οικονομικά τις αποστολές που προορίζονταν για τους Έλληνες επαναστάτες. Ωστόσο, ο κύριος σκοπός της δραστηριότητάς της ήταν να συγκεντρώνει τα ορφανά ελληνόπουλα και να φροντίζει για την τοποθέτησή τους σε ειδικά σχολεία. Ο Toulouzan αλληλογραφούσε με τον Ιωάννη Καποδίστρια τον οποίο ενημέρωνε για την εξέλιξη των ενεργειών του για την περισυλλογή και τη φροντίδα των ορφανών.
Ο Χιώτης Μιχαήλ Πετροκόκκινος, επιφορτίστηκε επίσης με την εύρεση και εξαγορά ορφανών, που είχαν διασκορπιστεί και πουληθεί σε διάφορες περιοχές της Ανατολίας. Για τη συμβολή του από τη Μασσαλία στην Επανάσταση βραβεύτηκε το 1844 από τον βασιλιά Όθωνα με την τιμητική διάκριση του Ιππότη του Τάγματος του Σωτήρος.
Από το 1825, μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, οι αποστολές εθελοντών ξανάρχισαν από τη Μασσαλία. Μεταξύ 1825 και 1826, αναχώρησαν τρεις αποστολές κι ο εμπορικός οίκος των «αδελφών Πρασσακάκη» της Μασσαλίας ασφάλιζε τα φορτία των πλοίων.
Η Φιλανθρωπική Εταιρεία υπέρ των Ελλήνων εκμεταλλεύτηκε την αποστολή του πλοίου Επαμεινώνδας, που απέπλευσε το πρωί της Δευτέρας 7 Αυγούστου 1825, για να στείλει ένα σπαθί και μία σημαία που προοριζόταν για τον γενναίο Συνταγματάρχη Fabvier και για τους ηρωικούς υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Υπεύθυνος των δράσεων της Εταιρείας ήταν ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος ενώ ο Γάλλος κ. Mollière, ήταν επιφορτισμένος από την Επιτροπή για τη διεξαγωγή της αποστολής, και την επίσημη παράδοση της σημαίας στον Νότη Μπότσαρη παρουσία όλων των Σουλιωτών και των μελών της κυβέρνησης. Η σημαία εκτέθηκε στις 5 Αυγούστου στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και την επόμενη ημέρα «Μετά τη Λειτουργία, ευλογήθηκε, παρουσία των μελών της Επιτροπής, των φιλελλήνων του Επαμεινώνδα και ολόκληρου του ελληνικού πληθυσμού της πόλης» όπως έγραφε ο Toulouzan στο περιοδικό Ami du peuple το οποίο εξέδιδε ο ίδιος στη Μασσαλία. Δυστυχώς όμως, η σημαία των Μασσαλιωτών δε μπόρεσε ποτέ να παραδοθεί στο Μεσολόγγι και δε γνωρίζουμε τι απέγινε, όπως και το σπαθί που προοριζόταν για τον Φιλέλληνα αγωνιστή ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΚΑΡΟΛΟ ΦΑΒΙΕΡΟ
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι το λιμάνι της Μασσαλίας λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στην επαναστατημένη Ελλάδα και τη Δυτική Ευρώπη. Από εκεί οργανώθηκαν αποστολές εθελοντών, διακινήθηκαν όπλα και εφόδια, αναπτύχθηκαν ισχυρά δίκτυα φιλελληνισμού και αλληλεγγύης ενώ παράλληλα η συμβολή της πόλης επεκτάθηκε και στην υποστήριξη των προσφύγων και των ορφανών.


0 comments:
Δημοσίευση σχολίου